Aγαπημένοι περαστικοί

Συνηθίζω να δένομαι με ανθρώπους και καταστάσεις. Είναι από τα μειονεκτήματά μου αυτό. Γνωρίζω κάποιον και μετά μου είναι δύσκολο όταν ξέρω ότι δεν θα τον δω ξανά. Μη με ρωτάτε αν έχω την ίδια γνώμη και για το θάνατο. Εκεί θα πάω και γω κάποια στιγμή και θα δω όλους που πήραν τον δρόμο αυτό. Τον παππού Γιάννη, τον παππού Ιωσήφ, την Γιαγιά Μαρία που όλοι την λέγαμε γιαγιά μικρή. Όλους. Και θα επανορθώσω για λάθη που έκανα όταν ήταν εδώ. Όταν τους είχα. Όταν ήταν εδω, με αγαπούσαν και με πρόσεχαν. Με αυτούς τους θανάτους έχω συμφιλιωθεί. Ας πούμε ότι το έχω συνηθίσει. Υποθέτω ότι μου ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίσω αυτές τις απώλειες, γιατί ήμουν μικρή και η αντίληψή μου περιορισμένη.
Ώρες – ώρες σκέφτομαι τι θα έκανα αν έφευγαν κάποιοι που υπεραγαπώ. Κάποιοι από το άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Ή μάλλον ξέρω…. Δεν θα το άντεχα αυτό. Δεν θα ήξερα πως να το αντιμετωπίσω. Θα πήγαινα και γω μαζί τους. Ακόμη και τώρα που γράφω αυτές τις σειρές και μου περνάνε από το μυαλό αυτές οι τραγικές σκέψεις το πληκτρολόγιο έχει σταγονίτσες σταγονίτσες πάνω. Δεν μπορώ να αντιληφθώ τον τρόπο με τον οποίο το διαχειρίζονται αυτό άτομα που έχουν βρεθεί σε ανάλογες καταστάσεις. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την οδύνη αυτή.
Χτες το μεσημέρι ο πατέρας μου άργησε να έρθει να με πάρει από τη δουλειά χωρίς να με ειδοποιήσει πρώτα. Προσπάθησα να μην κάνω τέτοιες σκέψεις και να επιβληθώ στον εαυτό μου. «Ας είναι καλά και ας αργήσει και δέκα ώρες να έρθει.» Άργησε μόνο δέκα λεπτά και μόλις τον είδα να στρίβει από τη γωνία άφησα τους πνεύμονές μου να ρουφήξουν τον αέρα που χρειάζονται.
Λίγο πριν τελειώσουμε από τη δουλειά ο ίδιος συνάδελφος με ανέφερε την ημέρα που τελειώνει το πρόγραμμα με το οποίο είμαστε όλοι σε αυτή την εταιρεία. Τελειώνει στις 30 Αυγούστου. Σε μία εβδομάδα. Και δεν το θέλω καθόλου αυτό. Μα καθόλου. Όλα τα παιδιά εδώ που δουλεύουμε μαζί τα έχω συμπαθήσει πολύ για να μην τα δω ξανά. Την Άννα, τον Σωτήρη, τον Βασίλη, τον Βάιο. Είμαστε όλοι από Θεσσαλονίκη, αλλά ο Βάιος από Λάρισα. «Ε και; Σιγά την απόσταση! Θα παίρνουμε το τρένο όλοι μαζί και σε δύο ώρες θα είμαστε εκεί για καφέ». Ξέρω, όμως, ότι θα αποτελούμε εξαίρεση εμείς αν το κάνουμε να ισχύει αυτό. Συνήθως, όλα αυτά περιορίζονται στο να αναφέρονται απλά. Χωρίς να γίνονται στην πραγματικότητα.
Αυτός είναι και ο λόγος που συνηθίζω να είμαι απόμακρη. Μου είναι δύσκολοι οι αποχωρισμοί. Τόσο που προτιμώ να αποχωριστώ με κάποιον για πάντα χωρίς να το ξέρω. Χωρίς αποχαιρετισμό. Απλώς να τον ξεχάσω.

Κλασσικό

Η φωνή της ευτυχίας

Μια φωνή μιλάει συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου. Κάθε φορά που πεινάω. Και κάθε φορά που σκέφτομαι να φάω κάτι. Ακόμη και όταν πίνω κάτι χωρίς θερμίδες αυτή η φωνή συνεχίζει να με μαλώνει. Μάλλον επειδή νιώθω γεμάτη την κοιλιά μου ακόμη και χωρίς θερμίδες. Την ακούω. Έχει τη φωνή μου. Όχι αυτή που ακούνε οι άλλοι. Την πραγματική φωνή μου. Όλοι μου λένε ότι έχω χοντρή φωνή. Αυτό το επίθετο το βρίσκω μπροστά μου συνεχώς. Μικρή έκανα παρέα με αγόρια και είχα την τάση να τους μοιάζω. Πλέον δεν το θέλω αυτό. Θέλω να αποτάξω οτιδήποτε αντρικό πάνω μου και να εξωτερικεύσω αυτό που είμαι. Θα ήθελα πάρα πολύ να μπορούσα να με δω μέσα από τα μάτια των άλλων. Να μπορούσα να ακούσω τι σκέφτονται. Αλλά, τι λέω.. Αφού ξέρω, «Να μια χοντρή». Χοντρή. Πάντα αυτό ήμουν. Τα σχόλια αμέτρητα. Απ’ όλους. Ακόμη και από τους δασκάλους του δημοτικού. Φυσικά, είμαι πολύ χαρούμενη που μου έγιναν όλα αυτά τα σχόλια. Ήταν διαφωτιστικά. Γνώρισα την Άνα. Την έκανα φίλη μου. Υιοθέτησα τις απόψεις της. Και μου έκαναν καλό. Μετράω είκοσι κιλά μέσα σε τρεις μήνες. Και είμαι ευτυχισμένη σε αυτή τη σκέψη. Σήμερα το πρωί η ζυγαριά με έδειξε να είμαι ακόμη ένα κιλό λιγότερο. Αλλά, μάλλον θα χάλασε η ζυγαριά. Να σημειώσω να αγοράσω μία καινούρια αύριο.
Στο προηγούμενο ποστ ανέφερα ότι ένας συνάδελφος με ρωτούσε επίμονα αν είμαι καλά. Η επόμενη πρόταση πρέπει να έδινε την εντύπωση σε αυτόν που το διαβάζει ότι δεν μου άρεσε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσει να με λυπούνται. Δεν θέλω να με λυπάται κανείς, ποτέ και για τίποτα. Δεν έχω παραπονεθεί ποτέ στη ζωή μου. Το μισώ αυτό το «χόμπυ» που έχουν μερικοί να γκρινιάζουν συνέχεια. Αυτή η συνεχής μεμψιμοιρία από μερικούς με απωθεί όπως το baygon τα κουνούπια. Ακόμη και τώρα που δουλεύω πιο πολλές ώρες από ποτέ, είμαι ευγνώμων που έχω δουλειά. Δεν παραπονιέμαι. Αντιθέτως. Ίσως, ο συνάδελφος αυτός να με είδε ξενυχτισμένη και να έδειξε ένα ενδιαφέρον. Απλώς, εγώ εκείνη την ώρα το εξέλαβα ως μια μορφή λύπησης. Ζητάω αναδρομική συγγνώμη αν αντέδρασα κάπως περίεργα.
Στα μέσα του μήνα που μας πέρασε χρειάστηκε να λείψω μερικές μέρες από την εργασία μου στο μπαρ προκειμένου να εξεταστώ. Το αφεντικό το ήξερε αυτό. Δεν μπορούσα να του δώσω άλλη δικαιολογία για να λείψω. Έτσι, το έμαθε και η Μαρία που δουλεύουμε μαζί. Και με όμοιο τρόπο το έμαθαν και κανά δυο από τους μόνιμους πελάτες. Μόλις γύρισα όλοι με αντιμετώπισαν λες και γύρισα από την κόλαση. Λες και σηκώθηκα από το νεκροκρέβατο. Βροχή τα «πως είσαι;». Και την απάντηση «πολύ καλά» να μη τη δέχεται κανείς. Λίγο ακόμη και θα μου έπαιρναν τα μέτρα. Και όταν έμαθαν ότι μου είπαν δύο καρδιολόγοι να νοσηλευτώ και γω υπέγραψα και έφυγα ξανά, τότε μου ετοίμασαν κόλλυβα, μου πήραν και στεφάνια. Αναρωτιέμαι αν η υπερβολή ήταν πάντα γνώρισμα του ανθρώπου. Μα γιατί να υπερβάλουμε προς το χειρότερο; Ας υπερβάλουμε προς τη θετική άποψη: είμαι στη δουλειά -που την αγαπώ-, σας γράφω και αισθάνομαι υπέροχα. Καλύτερα από ποτέ. Αλήθεια!
Η Άνα με βοηθάει να βλέπω τον κόσμο διαφορετικά. Η ομορφιά βρίσκεται παντού. Και η ευτυχία, επίσης. Στο πρωινό ξύπνημα από τη μητέρα σου, στη μυρωδιά του φυσικού χυμού που θα σου ετοιμάσει, στο λεπτό που παρατηρείς τα αγαπημένα σου άτομα να κοιμούνται γαλήνια, σε μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη τα χαράματα, σε ένα χαμόγελο που θα ανταλλάξεις με τον διπλανό σου στο λεωφορείο με έναν περαστικό, στις καλημέρες που ανταλλάσσεις με τους συναδέλφους κάθε πρωί, στις συζητήσεις με αυτούς στα διαλείμματα. Το ποτήρι είναι μισογεμάτο και μόνο έτσι πρέπει να το βλέπουμε. Γιατί η ζωή δεν μας δόθηκε. Μας δωρίστηκε. Γιατί η ζωή είναι ένα δώρο δανεικό που θα πρέπει να το δώσουμε πίσω μια μέρα. Πρέπει να επιδιώκουμε την ευτυχία. Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που δεν έχουν τίποτα από υλικά αγαθά, αλλά είναι ευτυχισμένοι. Και έτσι, κρατούν αυτό το δώρο που τους δόθηκε για πολύ παραπάνω. Ας μη κυνηγάμε τα πλούτη, τα ακριβά σπίτια, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ακριβά κοσμήματα. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας. Ας κυνηγάμε όλα αυτά που θα μας κάνουν καλύτερους και πιο ευτυχισμένους ανθρώπους.
Ας εντάξουμε την ανιδιοτέλεια όχι μόνο στο λεξιλόγιο, αλλά και στην καθημερινότητά μας. Γιατί, η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από έναν κύκλο και μεις μικρά πλασματάκια που κάνουμε βόλτες στην περίμετρό του.

Κλασσικό

Αν είναι να πεθάνω, τουλάχιστον ας πεθάνω αδύνατη. Πολύ αδύνατη.

Είναι 12.10 μ.μ, μόλις γύρισα από το διάλειμμά μου και γράφω υπό τη μελωδία της απόλυτης ηρεμίας. Τίποτα δεν ακούγεται στο γραφείο, αλλά ούτε και στα διπλανά.
Ησυχία, τάξις και ασφάλεια.
Σήμερα το πρωί δεν ήρθε ο κ. Δημήτρης για τον καθημερινό καφέ. Λέει ότι φοβάται το διευθυντή προσωπικού. Κάθε φορά που πάει η συζήτηση σε αυτόν ζωγραφίζεται μία -ας πούμε- όχι και τόσο όμορφη γκριμάτσα.
Το πρωί που ερχόμουν στη δουλειά από τη Χαλκιδική η Θεσσαλονίκη φαινόταν πανέμορφη. Ίδια με χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτο κάθε λογής φωτάκια. Και το φεγγάρι τεράστιο και πορτοκαλί. Έχω παρατηρήσει ότι στις πέντε το πρωί το φεγγάρι είναι πιο όμορφο από κάθε άλλη ώρα. Αυτό προς ενημέρωση όλων των ερωτευμένων!
Στη δουλειά όλα κυλάνε ομαλότατα. Το πρωί ένας συνάδελφος με ρωτούσε επίμονα αν είμαι καλά . Δεν είμαι άρρωστη. Προσπαθώ να υιοθετήσω έναν υγιεινό τρόπο ζωής. Όχι να αρρωστήσω. Η διαφορά είναι εμφανής.
Χτες το βράδυ πάλι άργησα να κοιμηθώ. Εντελώς τυχαία συνάντησα ένα βίντεο στο youtube με τη Στέλα (με ένα λάμδα!) Λέτσιου και μου έδωσε τροφή για σκέψη. Η Στέλα υπήρξε (δεν ξέρω αν είναι ακόμη) ειδική σύμβουλος του Υφυπουργού Υγείας. Το ταξίδι της παρέα με την Άνα άρχισε όταν ήταν 14 ετών. Μια φίλη της την έκανε ένα σχόλιο για το βάρος της και από τότε άρχισε να κάνει δίαιτα και να προσέχει το σώμα της. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι έκανε χρήση καθαρτικών. Καθαρτικά; Έψαξα πληροφορίες, αλλά δε βρήκα όσες ήθελα για τις παρενέργειες από τα σκευάσματα αυτά. Μετά τα αποτελέσματα της τελευταίας λήψης χαπιών μπορώ να πω ότι έχω αναπτύξει ένα είδος φοβίας προς οτιδήποτε είναι χημικό, καταπίνεται και έχει «φαρμακευτικές» ιδιότητες΄. Αυτό το αίσθημα επικείμενου θανάτου.. Πάντως, το σκέφτομαι σοβαρά. «Αν είναι να πεθάνω, τουλάχιστον ας πεθάνω αδύνατη. Πολύ αδύνατη» (Στέλα Λέτσιου).
Η Στέλα έχει γράψει το βιβλίο Anorexia Nervosa που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Θα το διαβάσω σύντομα και θα σας πω την άποψή μου.
Δε νομίζω ότι κάνω μεγάλη προσπάθεια. Αλλά, αφού έχω αποκλείσει όλα τα χημικά μέσα δε νομίζω ότι έχω περισσότερες επιλογές. Στο παρελθόν προσπάθησα επανειλημμένα να προκαλέσω εμετό. Δεν τα κατάφερα. Μάλλον έχω πολύ καλή καρδιοοισοφαγική βαλβίδα. Ή, μάλλον, δεν είμαι τόσο δυνατή όσο χρειάζεται. Γι’ αυτό θα είμαι χωμένη στο βούρκο του λίπους για πάντα.
Κλασσικό

Bulirexia

Ana. Mia.  Δύο μικρά γλυκά γυναικεία ονόματα. Κρυπτογραφημένα να ταιριάζουν απόλυτα στον τίτλο. Χαρίζεις στις κατάρες από ένα όμορφο όνομα. Αλλά εκείνες δεν θα σου χαρίσουν ποτέ την ομορφιά που με τόση μανία αποζητάς.
Δύο κορίτσια. Δύο διαφορετικές εξομολογήσεις. Ίσως, μάλλον, όχι τόσο διαφορετικές.

ΑΝΑ
Σήμερα μέτρησα μέχρι τις εκατόν είκοσι. Δεν έπρεπε να τις ξεπεράσω. Μέτρησα και τα κόκαλα στα πλευρά μου σκύβοντας από τις αντίστοιχες μεριές. Ρούφηξα το στομάχι μου μέχρι να αγγίξει ο αφαλός την πλάτη. Και τύλιξα ενώνοντας τους μέσους και τους αντίχειρες γύρω από τον μηρό μου. Τα παγάκια τα ένοιωθα να λιώνουν μέσα στο στόμα μου και να μουδιάζουν την γλώσσα και τα δόντια. Έγλυφα. Έγλυφα. Έγλυφα μέχρι να γίνουν γυαλιστερά μικρά βοτσαλάκια που κολυμπάνε στο σάλιο. Χωράω μέσα από μία κλειδαρότρυπα. Με αγκαλιάζω και τα χέρια μου ενώνονται και αγγίζουν ολόκληρες τις ωμοπλάτες μου. Χτυπάω το στομάχι μου με σφιγμένη την παλάμη μήπως και σταματήσει να κάνει εκείνους τους ενοχλητικούς θορύβους. Δαγκώνω στην αρχή δισταχτικά μια μαστίχα. Την μασουλάω μέχρι όλη η υποτυπώδης ζάχαρη της να χαθεί βαθιά μέσα στον οισοφάγο μου. Η γλύκα της με ζαλίζει. Και ύστερα οι τύψεις με κατακλύζουν. Την φτύνω με μίσος Τη θάβω στο χώμα μήπως και την κάνω να μην αναπνέει πια. Λες και έχει από μόνη της ζωή. Και μου φωνάζει καθώς το οξυγόνο τελειώνει μέσα από το λαστιχένιο σώμα της. Κύλισε και αυτή η μέρα με βλέμματα ανησυχητικά, παρακλητικά φοβισμένα. Με βλέμματα απορίας και αμφισβήτησης. Δεν τους καταλαβαίνω. Ακόμα και ο μπαμπάς μου μού εξομολογήθηκε πως δεν θέλει να βγαίνει μαζί μου πια έξω βόλτα γιατί όλο ακούει παράπονα και κουτσομπολιά από άλλους και ντρέπεται. Νιώθει πως όλοι τον κατηγορούν. Αλλά και ποιοι είναι οι άλλοι; Και γιατί έχουν το δικαίωμα να με κρίνουν; Κρυώνω. Κρυώνω πολύ. Φοράω μια και δυο μπλούζες. Τη μία πάνω από την άλλη. Και κυνηγάω με μανία μια θέση στο πιο ζεστό σημείο της αίθουσας πάνω από το καλοριφέρ στην σχολή μου που είναι τόσο μα τόσο παγωμένη και γεμάτη υγρασία. Τις πατούσες μου δεν τις νοιώθω πια. Τυλίγω την ζακετούλα μου από το μπαλέτο γύρω μου και γίνομαι μία μικρή μάζα και κάθομαι στο πίσω μέρος του λεωφορείου που θα με πάει στο σπίτι μου. Τα μαλλιά μου μαζεμένα σε έναν μπαλετικό κότσο. Και σφίγγω στο στήθος μου την ροζ μου τσάντα. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Το πρόσωπο μου αντικατοπτρίζεται στο γεμάτο σκόνη και βρωμιά τζάμι. Και αλλοιώνει ακόμα πιο πολύ την εικόνα μου. Πόσο μισώ τους καθρέφτες. Πόσο μα πόσο τους μισώ. Θέλω να είμαι μόνη μου. Έτσι κι αλλιώς, τα μάτια των άλλων γίνονται και αυτά καθρέφτες. Και οι λέξεις τους -ακόμα χειρότερα- γίνονται το μαχαίρι που τόσες πολλές φορές εγώ προσπάθησα να αποφύγω. Μέσα στο σκοτάδι χορεύω στο δωμάτιο μου. Και φαντάζομαι πως είμαι νεράιδα και μπορώ και πετάω πάνω από τις θάλασσες και βλέπω όλη την ομορφιά του κόσμου. Γιατί αυτήν θέλω. Αυτήν χρειάζομαι. Όλη την ομορφιά του κόσμου. Εκείνος μου είχε πει πως γι’αυτόν εγώ είμαι όλη η ομορφιά του κόσμου. Θυμάμαι χαμογέλασα στις λέξεις του..Η καρδιά μου χτύπησε τόσο γρήγορα. Ομορφιά. Γυαλί που σπάζει. Ο χρόνος περνάει. Περνάει. Και εγώ όλο και μικραίνω. Μικραίνω. Στο τέλος, θα χωράω στην χουφτίτσα μου. Θα με αγγίζω απαλά μην τυχόν και σπάσω και θα με χαιδεύω όλη την νύχτα με τρυφερότητα…Και θα νιώσω γαλήνη. Μακάρι να νιώσω γαλήνη…Γαλήνη…Τι όμορφη…τι μελιστάλαχτη λέξη..Με νανουρίζω γλυκά και μου τραγουδάω τραγούδια. Όνειρα γλυκά μικρούλα. Κοιμήσου.. Γίνομαι μικρή μπαλίτσα. Παίρνω αγκαλιά τα γόνατα μου. Χαϊδεύω τα κόκαλα μου και τα βλέφαρα μου κλείνουν με γαλήνη…
ΜΙΑ
Αλίμονο. Το στόμα μου έχει στεγνώσει. Ανοίγω το ψυγείο. Η δροσιά που απελευθερώνεται αγγίζει το γυμνό μου δέρμα και το κίτρινο φως που αναδύεται από τα ράφια μου τυφλώνει τα μάτια. Τα δάχτυλα μου τρέμουν καθώς παίρνουν το κουτί με το γάλα, δύο φρούτα, ψωμάκια του τοστ και τα μακαρόνια που έμειναν από το μεσημέρι. Τα καταβροχθίζω με μανία χωρίς να κρατάω μια συγκεκριμένη σειρά. Ύστερα τα μπισκότα που βρήκα αριστερά από τα πλυμένα πιάτα, το χυμό κάτω από τον νεροχύτη, τη σοκολάτα και τα αμυγδαλωτά., δύο κομμάτια κασέρι μαζί με μισοσπασμένα κριτσίνια. Πίνω συγχρόνως και νερό. Πολύ νερό. Στην συνέχεια, βρήκα μια κονσέρβα με φασόλια, λίγο γιαούρτι και και ένα κουπάκι με κεράσια. Πίνω και άλλο χυμό. Έμεινε και λίγη τούρτα από τα γενέθλια της μαμάς και λίγα κρουασάν. Συνεχίζω με τις φρυγανιές πασαλειμμένες άγαρμπα με βούτυρο και σαλάμι. Τα δόντια πετσοκόβουν τα στρώματα φαγητού..Τα χείλη ματώνουν, γιατί από την μανία το πιρούνι με τρύπησε. Ο λαιμός καταπίνει αμάσητες τις μπουκιές. Μπουκώνομαι. Μπουκώνομαι. Μπουκώνομαι. Με γεμίζω αφού θα με αδειάσω αργότερα. Κι άλλο νερό, κι άλλο νερό. Τρέχω στην τουαλέτα. Η λεκάνη μυρίζει ακόμη τόσο άσχημα. Δεν πάει μία ώρα από την τελευταία φορά που ούρλιαξα σε εκείνη όλο μου το μίσος και την απέχθεια που έχω για μένα. Σκύβω, την αγκαλιάζω σαν τελετουργικό και χώνω δύο δάχτυλα μέσα στο στόμα πιέζοντας την γλώσσα. Βγάζω τα πάντα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω πια ψυχή. Το μόνο που θέλω είναι να αδειάζω. Με κοιτάζω ύστερα στον καθρέφτη καθώς πλένω ένα εξαθλιωμένο πρόσωπο με δύο κατακόκκινα βρεγμένα μάτια, με ένα ματωμένο στόμα και δόντια σάπια. Κοιτάζω στον βυθό της λεκάνης όλη την σαπίλα που εγώ αγκάλιασα τόσο ευλαβικά βλέποντας και κομμάτια αίματος. Τραβάω το καζανάκι και όλα αυτά που κατασπάραξα μισή ώρα πιο πριν χάνονται στις σωληνώσεις. Φαντάζομαι κάπου σε αυτές εγκλωβισμένη μπορεί να είναι και η ψυχή μου. Ελπίζω να δραπετεύσει έξω από τις αποχετεύσεις κάποτε και να βρει επιτέλους την γαλήνη της. Πλένω ξανά το πρόσωπο μου. Φοράω ένα σπαστό μεταφερόμενο χαμόγελο πως όλα είναι μια χαρά και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου. Θα πάρω 12 χάπια αυτήν την φορά και από αύριο το υπόσχομαι θα αλλάξω. Ναι, θα αλλάξω. Δεν θα το κάνω ποτέ μου ξανά αυτό. Πριν προλάβω να σκεφτώ κάτι άλλο τα βλέφαρα μου ήδη έχουν κλείσει και η καρδιά μου πιο κουρασμένη από ποτέ.. απλά σταμάτησε να χτυπάει.
Ana. Mia. Χαρίζεις στις κατάρες από ένα όμορφο όνομα. Αλλά εκείνες δεν θα σου χαρίσουν ποτέ την ομορφιά που με τόση μανία αποζήτησες.
Γιατί τελικά μόνο ένα όνομα θα έπρεπε να έχουν.
Κλασσικό

Waiting in the Afterglow: Black & White Photography by Mitja Kobal

e MORFES

mitja-kobal-photography-waiting-in-the-afterglow

Photographer: Mitja Kobal

…Cerknisko jezero, Slovenia….
Lake Cerknica is intermittent lake in the Southwestern part of Slovenia. When full is the largest lake in Slovenia, when not it’s eerie features come to the light. Legends of witches are alive here and so is the saying «where witches bewitched the nature»

Δείτε την αρχική δημοσίευση 41 επιπλέον λέξεις

Κλασσικό

My work sample

Ταϋγετος, Φεβρουάριος 2013

My work sample

Εικόνα